fractured
frac
ˈfræk
frāk
tured
ʧəd
chēd
manufactured

Ορισμός και σημασία του "fractured"στα αγγλικά

01

σπασμένος, ραγισμένος

(typically of bones or solid objects) broken or cracked 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fractured
συγκριτικός βαθμός
more fractured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fractured bone required a cast for proper healing. 

Το σπασμένο κόκαλο απαιτούσε γύψο για σωστή επούλωση.

Λεξικό Δέντρο

fractured
fracture
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store