Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forfeit
01
χάνω, κατασχώ
to no longer be able to access a right, property, privilege, etc. as a result of violating a law or a punishment for doing something wrong
Transitive: to forfeit a property or privilege
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forfeit
γ΄ ενικό πρόσωπο
forfeits
ενεστώτα μετοχή
forfeiting
απλός αόριστος
forfeited
παθητική μετοχή
forfeited
Παραδείγματα
Individuals who commit fraud may forfeit their assets as part of legal penalties.
Τα άτομα που διαπράττουν απάτη μπορεί να χάσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία ως μέρος νομικών κυρώσεων.
Forfeit
01
ποινή, πρόστιμο
a penalty imposed for a fault or mistake, usually involving loss or surrender of something
Παραδείγματα
The fine was a forfeit for speeding.
Το πρόστιμο ήταν μια απώλεια για υπέρβαση ταχύτητας.
02
απώλεια, κατάσχεση
the action of losing or giving up something as a penalty for a mistake or failure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forfeits
Παραδείγματα
Missing the deadline resulted in the forfeit of his eligibility.
Η απώλεια της προθεσμίας είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της επιλεξιμότητάς του.
forfeit
01
απολεσθείς, κατασχεθείς
lost or given up as a penalty for wrongdoing, failure, or breach of rules
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forfeit
συγκριτικός βαθμός
more forfeit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team's points were forfeit after fielding an ineligible player.
Οι πόντοι της ομάδας ακυρώθηκαν μετά την παρουσίαση ενός μη επιλέξιμου παίκτη.
Λεξικό Δέντρο
forfeited
forfeiture
forfeit



























