Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Forewing
01
μπροστινή πτέρυγα, κύρια πτέρυγα
the anterior wing of an insect, typically larger and more developed than the hindwing, that plays a key role in flight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
forewings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
forewing
fore
wing



























