Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to foretell
01
προφητεύω, προλέγω
to predict or say in advance what will happen in the future
Transitive: to foretell a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
foretell
γ΄ ενικό πρόσωπο
foretells
ενεστώτα μετοχή
foretelling
απλός αόριστος
foretold
παθητική μετοχή
foretold
Παραδείγματα
He had a knack for foretelling market trends and making successful investments.
Είχε ένα ταλέντο στο να προβλέπει τις τάσεις της αγοράς και να κάνει επιτυχημένες επενδύσεις.
02
προλέγω, προμηνύω
to show or suggest that something will happen in the future
Transitive: to foretell sth
Παραδείγματα
The early signs of illness foretold a long recovery process.
Τα πρώτα σημάδια της ασθένειας προμήνυαν μια μακρά διαδικασία ανάρρωσης.
Λεξικό Δέντρο
foretelling
foretell
fore
tell



























