Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to foretell
01
προφητεύω, προλέγω
to predict or say in advance what will happen in the future
Transitive: to foretell a future event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
foretell
γ΄ ενικό πρόσωπο
foretells
ενεστώτα μετοχή
foretelling
απλός αόριστος
foretold
παθητική μετοχή
foretold
Παραδείγματα
She said her grandmother had the ability to foretell when someone was about to visit.
Είπε ότι η γιαγιά της είχε την ικανότητα να προβλέπει πότε κάποιος επρόκειτο να επισκεφτεί.
02
προλέγω, προμηνύω
to show or suggest that something will happen in the future
Transitive: to foretell sth
Παραδείγματα
The farmer said the behavior of his animals foretells changes in the weather.
Ο αγρότης είπε ότι η συμπεριφορά των ζώων του προμηνύει αλλαγές στον καιρό.
Λεξικό Δέντρο
foretelling
foretell
fore
tell



























