Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foreign
01
ξένος, αλλοδαπός
related or belonging to a country or region other than your own
Παραδείγματα
He traveled to a foreign country for the first time and experienced new cultures.
Ταξίδεψε σε μια ξένη χώρα για πρώτη φορά και γνώρισε νέες κουλτούρες.
Παραδείγματα
The country ’s foreign policy focused on diplomacy and trade.
Η εξωτερική πολιτική της χώρας επικεντρώθηκε στη διπλωματία και το εμπόριο.
03
ξένος, αλλοδαπός
originating from or introduced from outside
Παραδείγματα
The garden was filled with foreign plants rarely seen in this region.
Ο κήπος ήταν γεμάτος με ξένες φυτές που σπάνια βλέπονται σε αυτήν την περιοχή.
Παραδείγματα
The foreign aroma of spices wafting from the kitchen signaled a unique dining experience.
Η ξένη άρωση των μπαχαρικών που έρχονταν από την κουζίνα σήμαινε μια μοναδική γαστρονομική εμπειρία.
Λεξικό Δέντρο
foreignness
foreign



























