to ford
ford
fɔ:d
fawd
fjord

Ορισμός και σημασία του "ford"στα αγγλικά

to ford
01

διασχίζω σε ρηχό νερό, περνώ από ρηχά νερά

to cross a body of water by wading or driving through it at a shallow point 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ford
γ΄ ενικό πρόσωπο
fords
ενεστώτα μετοχή
fording
απλός αόριστος
forded
παθητική μετοχή
forded
Παραδείγματα
The explorers ford the river by carefully driving their off-road vehicles through the shallow water. 

Οι εξερευνητές διασχίζουν το ποτάμι οδηγώντας προσεκτικά τα off-road οχήματά τους μέσα από τα ρηχά νερά.

01

βάτος, διασταύρωση ποταμού

the act of crossing a stream or river by wading or in a car or on a horse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fords
02

βάθρα, ρυάκι

a shallow part of a river or stream where it can be crossed by walking, riding, or driving 
Παραδείγματα
The travelers crossed the ford to reach the other side of the river safely. 

Οι ταξιδιώτες διέσχισαν το βάθρο για να φτάσουν στην άλλη πλευρά του ποταμού με ασφάλεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store