Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ford
01
διασχίζω σε ρηχό νερό, περνώ από ρηχά νερά
to cross a body of water by wading or driving through it at a shallow point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ford
γ΄ ενικό πρόσωπο
fords
ενεστώτα μετοχή
fording
απλός αόριστος
forded
παθητική μετοχή
forded
Παραδείγματα
The explorers ford the river by carefully driving their off-road vehicles through the shallow water.
Οι εξερευνητές διασχίζουν το ποτάμι οδηγώντας προσεκτικά τα off-road οχήματά τους μέσα από τα ρηχά νερά.
Ford
01
βάτος, διασταύρωση ποταμού
the act of crossing a stream or river by wading or in a car or on a horse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fords
Λεξικό Δέντρο
fording
ford



























