Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to force out
01
εξωθώ, αναγκάζω να βγει
to push or expel something or someone from a particular location
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
force
ενεστώτας
force out
γ΄ ενικό πρόσωπο
forces out
ενεστώτα μετοχή
forcing out
απλός αόριστος
forced out
παθητική μετοχή
forced out
Παραδείγματα
The sudden gust of wind forced the umbrella out of her hand.
Το ξαφνικό ρεύμα αέρα ανάγκασε την ομπρέλα να βγει από το χέρι της.
02
εξαναγκάζω, αποσπώ
to cause an emotion, action, or information to be expressed or revealed
Παραδείγματα
The police forced a confession out of the suspect.
Η αστυνομία ανάγκασε μια ομολογία από τον ύποπτο.
03
εξορίζω, απομακρύνω
to make someone leave their place of residence against their will through legal or authoritative means
Παραδείγματα
The government issued orders to force out the illegal occupants from the abandoned building.
Η κυβέρνηση εξέδωσε διαταγές για να απομακρύνει τους παράνομους καταληψίες από το εγκαταλειμμένο κτίριο.
04
αναγκάζω να φύγει, πιέζω για παραίτηση
to pressure someone to leave a position, job, or organization, often against their will
Παραδείγματα
The shareholders pressured the chairman to force out the underperforming board members.
Οι μέτοχοι πίεσαν τον πρόεδρο να αναγκάσει να φύγουν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που απέδωσαν χαμηλά.



























