Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to force out
01
εξωθώ, αναγκάζω να βγει
to push or expel something or someone from a particular location
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
force
ενεστώτας
force out
γ΄ ενικό πρόσωπο
forces out
ενεστώτα μετοχή
forcing out
απλός αόριστος
forced out
παθητική μετοχή
forced out
Παραδείγματα
The overflowing river flooded the area and forced residents out of their homes.
Ο υπερχειλισμένος ποταμός πλημμύρισε την περιοχή και απέκλεισε τους κατοίκους από τα σπίτια τους.
02
εξαναγκάζω, αποσπώ
to cause an emotion, action, or information to be expressed or revealed
Παραδείγματα
The investigator used his extensive knowledge of the case to force out crucial details from the suspect.
Ο ερευνητής χρησιμοποίησε την εκτενή γνώση του για την υπόθεση για να αποσπάσει κρίσιμες λεπτομέρειες από τον ύποπτο.
03
εξορίζω, απομακρύνω
to make someone leave their place of residence against their will through legal or authoritative means
Παραδείγματα
When the eviction notice expired, the sheriff was called in to force out the occupants.
Όταν η ειδοποίηση desalojo έληξε, ο σερίφης κλήθηκε για να απομακρύνει τους κατοίκους.
04
αναγκάζω να φύγει, πιέζω για παραίτηση
to pressure someone to leave a position, job, or organization, often against their will
Παραδείγματα
After the public outcry, the university was forced to force out the controversial professor.
Μετά τη δημόσια κατακραυγή, το πανεπιστήμιο αναγκάστηκε να αναγκάσει να φύγει τον αμφιλεγόμενο καθηγητή.



























