Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feet
Παραδείγματα
He traced patterns in the sand with his foot, leaving temporary imprints.
Έκανε σχέδια στην άμμο με το πόδι του, αφήνοντας προσωρινά αποτυπώματα.
02
πόδι, μονάδα μέτρησης μήκους ίση με 12 ίντσες ή 30
a unit of measuring length equal to 12 inches or 30.48 centimeters
Παραδείγματα
The length of the room is 15 feet.
Το μήκος του δωματίου είναι 15 πόδια.
03
πόδι, μέτρο
the basic unit of verse meter, consisting of one stressed syllable and one or more unstressed syllables
Παραδείγματα
They camped at the foot of the mountain, ready to start their climb at dawn.
Κατασκήνωσαν στο πρόποδες του βουνού, έτοιμοι να ξεκινήσουν την αναρρίχηση τους την αυγή.
05
πόδι, πατούσα
the pedal extremity of vertebrates other than human beings
06
πόδι, όργανο κίνησης
any of various organs of locomotion or attachment in invertebrates
07
πόδι, βάση
lowest support of a structure
08
πόδι, περπάτημα
travel by walking
09
πόδι, υποστήριξη
a support resembling a pedal extremity
10
πεζικό, στρατιώτης πεζικού
an army unit consisting of soldiers who fight on foot
11
πόδι, μέλος μιας ομάδας παρακολούθησης που εργάζεται πεζή ή ταξιδεύει ως επιβάτης
a member of a surveillance team who works on foot or rides as a passenger
Παραδείγματα
The nurse placed a clipboard at the foot of the bed to track the patient's progress.
Η νοσοκόμα τοποθέτησε ένα clipboard στο πόδι του κρεβατιού για να παρακολουθεί την πρόοδο του ασθενούς.
to foot
01
πληρώνω, καλύπτω
pay for something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
foot
γ΄ ενικό πρόσωπο
foots
ενεστώτα μετοχή
footing
απλός αόριστος
footed
παθητική μετοχή
footed
02
προσθέτω, αθροίζω
add a column of numbers
03
περπατώ, πόδι
walk



























