Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flub
01
καταστρέφω, χαλώ
make a mess of, destroy or ruin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flub
γ΄ ενικό πρόσωπο
flubs
ενεστώτα μετοχή
flubbing
απλός αόριστος
flubbed
παθητική μετοχή
flubbed
Flub
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flubs
Παραδείγματα
His flub during the presentation made everyone laugh, but he quickly recovered.
Το λάθος του κατά την παρουσίαση έκανε όλους να γελάσουν, αλλά ανέκαμψε γρήγορα.



























