Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flub
01
καταστρέφω, χαλώ
make a mess of, destroy or ruin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flub
γ΄ ενικό πρόσωπο
flubs
ενεστώτα μετοχή
flubbing
απλός αόριστος
flubbed
παθητική μετοχή
flubbed
Flub
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flubs
Παραδείγματα
Despite the early flub, the team managed to pull off the event successfully.
Παρά το αρχικό λάθος, η ομάδα κατάφερε να οργανώσει την εκδήλωση με επιτυχία.



























