Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flour
01
αλεύρι, αλεύρι σιταριού
a fine powder made by crushing wheat or other grains, used for making bread, cakes, pasta, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The flour mixture was mixed with water to form the batter.
Το μείγμα αλεύρι αναμίχθηκε με νερό για να σχηματίσει την ζύμη.
to flour
01
αλέθω, μετατρέπω σε αλεύρι
convert grain into flour
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flour
γ΄ ενικό πρόσωπο
flours
ενεστώτα μετοχή
flouring
απλός αόριστος
floured
παθητική μετοχή
floured
02
αλευρώνω, σκονίζω με αλεύρι
cover with flour
Λεξικό Δέντρο
floury
flour



























