flour
Pronunciation
/ˈfɫaʊɝ/, /ˈfɫaʊɹ/

Ορισμός και σημασία του "flour"στα αγγλικά

01

αλεύρι, αλεύρι σιταριού

a fine powder made by crushing wheat or other grains, used for making bread, cakes, pasta, etc.
flour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The flour mixture was mixed with water to form the batter.
Το μείγμα αλεύρι αναμίχθηκε με νερό για να σχηματίσει την ζύμη.
to flour
01

αλέθω, μετατρέπω σε αλεύρι

convert grain into flour
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flour
γ΄ ενικό πρόσωπο
flours
ενεστώτα μετοχή
flouring
απλός αόριστος
floured
παθητική μετοχή
floured
02

αλευρώνω, σκονίζω με αλεύρι

cover with flour
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store