Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fleeting
01
φευγαλέος, προσωρινός
continuing or existing for a very short amount of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fleeting
συγκριτικός βαθμός
more fleeting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The opportunity for success was fleeting, requiring quick action to seize.
Η ευκαιρία για επιτυχία ήταν φευγαλέα, απαιτώντας γρήγορη δράση για να την αξιοποιήσει κανείς.



























