Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fleeting
01
φευγαλέος, προσωρινός
continuing or existing for a very short amount of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fleeting
συγκριτικός βαθμός
more fleeting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The joy she felt was fleeting, disappearing as quickly as it had come.
Η χαρά που ένιωθε ήταν φευγαλέα, εξαφανιζόμενη τόσο γρήγορα όσο είχε έρθει.



























