fleeting
Pronunciation
/ˈfɫitɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "fleeting"στα αγγλικά

01

φευγαλέος, προσωρινός

continuing or existing for a very short amount of time
fleeting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fleeting
συγκριτικός βαθμός
more fleeting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The opportunity for success was fleeting, requiring quick action to seize.
Η ευκαιρία για επιτυχία ήταν φευγαλέα, απαιτώντας γρήγορη δράση για να την αξιοποιήσει κανείς.

Λεξικό Δέντρο

fleetingness
fleeting
fleet
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store