Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flaky
01
αναξιόπιστος, ασταθής
(of a person) unreliable, indecisive, or inconsistent in behavior
Παραδείγματα
The flaky employee left everyone scrambling to cover his responsibilities when he did n't show up for work.
Ο αναξιόπιστος υπάλληλος άφησε όλους να τρέχουν να καλύψουν τις ευθύνες του όταν δεν εμφανίστηκε στη δουλειά.
02
φυλλοειδής, εύθραυστος
having a texture that easily breaks into small, thin layers or pieces
Παραδείγματα
The chicken pot pie had a golden, flaky crust that encased a savory filling.
Η πίτα κοτόπουλου είχε μια χρυσή, φυλλοειδή κρούστα που περιέβαλλε μια αλμυρή γέμιση.
2.1
φλοιώδης, απολεπιστικός
(of skin) characterized by the shedding or peeling of thin layers
Παραδείγματα
His flaky scalp was a constant source of embarrassment, prompting him to seek treatment.
Το φλούδιζον τριχωτό του ήταν μια σταθερή πηγή αμηχανίας, κάνοντάς τον να αναζητήσει θεραπεία.
03
αναξιόπιστος, ασταθής
unreliable or prone to failure, often used to describe a device or technology that frequently malfunctions
Παραδείγματα
They avoided using the flaky projector, opting for a more reliable model for the presentation.
Απέφυγαν να χρησιμοποιήσουν τον αναξιόπιστο προβολέα, επιλέγοντας ένα πιο αξιόπιστο μοντέλο για την παρουσίαση.
Λεξικό Δέντρο
flakiness
flaky
flak



























