Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flaky
01
αναξιόπιστος, ασταθής
(of a person) unreliable, indecisive, or inconsistent in behavior
αργκό
Παραδείγματα
He's a bit flaky when it comes to making plans; he often cancels at the last minute.
Είναι λίγο αναξιόπιστος όταν πρόκειται για σχέδια· συχνά ακυρώνει την τελευταία στιγμή.
02
φυλλοειδής, εύθραυστος
having a texture that easily breaks into small, thin layers or pieces
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
flakiest
συγκριτικός βαθμός
flakier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The croissant had a flaky texture, with each layer delicately separating upon a gentle touch.
Το κρουασάν είχε μια φυλλοειδή υφή, με κάθε στρώμα να διαχωρίζεται απαλά με ένα απαλό άγγιγμα.
2.1
φλοιώδης, απολεπιστικός
(of skin) characterized by the shedding or peeling of thin layers
Παραδείγματα
After spending too much time in the sun, her skin became flaky and dry.
Αφού πέρασε πολύ ώρα στον ήλιο, το δέρμα της έγινε φλούδιστο και ξηρό.
03
αναξιόπιστος, ασταθής
unreliable or prone to failure, often used to describe a device or technology that frequently malfunctions
Παραδείγματα
The laptop's flaky battery kept shutting down unexpectedly during important tasks.
Η αναξιόπιστη μπαταρία του φορητού υπολογιστή συνέχιζε να κλείνει απροσδόκητα κατά τη διάρκεια σημαντικών εργασιών.
Λεξικό Δέντρο
flakiness
flaky
flak



























