Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fizzy
01
αφρώδης, ανθρακούχος
(of drinks) carbonated and having bubbles of gas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fizziest
συγκριτικός βαθμός
fizzier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fizzy soda provided a refreshing burst of carbonation on a hot day.
Το ανθρακούχο σόδα παρείχε μια δροσιστική έκρηξη ανθρακούχου σε μια καυτή μέρα.
02
ζωηρός, ενεργητικός
having a lot of energy or excitement
Παραδείγματα
The fizzy atmosphere at the concert made it unforgettable.
Η ζωηρή ατμόσφαιρα στη συναυλία την έκανε αξέχαστη.
Λεξικό Δέντρο
fizzy
fizz



























