Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flabbergast
01
καταπλήσσω, εκπλήσσω
to greatly surprise or astonish someone, often leaving them speechless or bewildered
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flabbergast
γ΄ ενικό πρόσωπο
flabbergasts
ενεστώτα μετοχή
flabbergasting
απλός αόριστος
flabbergasted
παθητική μετοχή
flabbergasted
Παραδείγματα
As she unveiled her secret talent, she was flabbergasting the entire room with her amazing singing voice.
Καθώς αποκάλυπτε το μυστικό της ταλέντο, κατάπλησσε όλο το δωμάτιο με την εκπληκτική φωνή της.
Λεξικό Δέντρο
flabbergasted
flabbergast



























