to fizzle
Pronunciation
/ˈfɪzəɫ/

Ορισμός και σημασία του "fizzle"στα αγγλικά

to fizzle
01

αποτυγχάνω, ξεθυμαίνω

to fail or end in a weak or disappointing manner
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fizzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
fizzles
ενεστώτα μετοχή
fizzling
απλός αόριστος
fizzled
παθητική μετοχή
fizzled
Παραδείγματα
Despite initial interest, the new restaurant 's appeal is fizzling as negative reviews circulate online.
Παρά το αρχικό ενδιαφέρον, η έκκληση του νέου εστιατορίου ξεθωριάζει καθώς κυκλοφορούν αρνητικές κριτικές στο διαδίκτυο.
01

αποτυχία, απογοήτευση

something that ends unsuccessfully or disappointingly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fizzles
Παραδείγματα
The negotiations were a fizzle after both sides refused to compromise.
Οι διαπραγματεύσεις ήταν μια αποτυχία αφού και οι δύο πλευρές αρνήθηκαν να συμβιβαστούν.
02

σφύριγμα, ψίθυρος αποδοκιμασίας

a fricative sound, often a soft hiss, sometimes expressing disapproval or disappointment
Παραδείγματα
The machine stopped with a faint fizzle.
Η μηχανή σταμάτησε με ένα αμυδρό σφύριγμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store