Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fizzle
01
αποτυγχάνω, ξεθυμαίνω
to fail or end in a weak or disappointing manner
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fizzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
fizzles
ενεστώτα μετοχή
fizzling
απλός αόριστος
fizzled
παθητική μετοχή
fizzled
Παραδείγματα
The highly anticipated product launch fizzled when technical issues caused a delay and reduced consumer interest.
Το πολυαναμενόμενο ξεκίνημα του προϊόντος απέτυχε όταν τεχνικά προβλήματα προκάλεσαν καθυστέρηση και μείωσαν το ενδιαφέρον των καταναλωτών.
Fizzle
01
αποτυχία, απογοήτευση
something that ends unsuccessfully or disappointingly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fizzles
Παραδείγματα
The party was a fizzle after only a few guests showed up.
Το πάρτι ήταν μια αποτυχία αφού εμφανίστηκαν μόνο λίγοι καλεσμένοι.
02
σφύριγμα, ψίθυρος αποδοκιμασίας
a fricative sound, often a soft hiss, sometimes expressing disapproval or disappointment
Παραδείγματα
The comedian was met with a fizzle from the audience after a weak joke.
Ο κωμικός συνάντησε ένα σφύριγμα από το κοινό μετά από ένα αδύνατο αστείο.



























