first-rate
first
fɜ:st
fēst
rate
reɪt
reit
up-to-datedemodulateoverweightintrastate

Ορισμός και σημασία του "first-rate"στα αγγλικά

first-rate
01

πρώτης τάξεως, εξαιρετικός

having the greatest quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most first-rate
συγκριτικός βαθμός
more first-rate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The restaurant offers first-rate service and gourmet dishes. 

Το εστιατόριο προσφέρει πρώτης τάξεως εξυπηρέτηση και γκουρμέ πιάτα.

01

εξαιρετικά, άριστα

in a manner that is excellent 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She performed first-rate in the competition, impressing all the judges. 

Εκτέλεσε πρωτοκλασάτα στον διαγωνισμό, εντυπωσιάζοντας όλους τους κριτές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store