first-person
first
fɜ:st
fēst
per
pɜ:
son
sən
sēn
first person

Ορισμός και σημασία του "first-person"στα αγγλικά

01

πρώτο πρόσωπο, το πρώτο πρόσωπο

(grammar) a grammatical category used to refer to the speaker or writer of a statement or discourse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
first persons
Παραδείγματα
First-person pronouns include I, me, my, and we. 

Οι αντωνυμίες πρώτου προσώπου περιλαμβάνουν εγώ, εμένα, δικό μου και εμείς.

02

πρώτο πρόσωπο, αφήγηση πρώτου προσώπου

a way of telling or writing a story in which things happen to the narrator and the story revolves around them 
Παραδείγματα
In the first-person narrative, the protagonist recounts the events of the story from their own perspective, offering intimate insights into their thoughts and feelings. 

Στην αφήγηση πρώτου προσώπου, ο πρωταγωνιστής αφηγείται τα γεγονότα της ιστορίας από τη δική του οπτική γωνία, προσφέροντας στενές εντυπώσεις για τις σκέψεις και τα συναισθήματά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store