firm
Pronunciation
/fɝːm/

Ορισμός και σημασία του "firm"στα αγγλικά

01

εταιρεία, γραφείο

a business or company, particularly one owned by two or more partners
firm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
firms
Παραδείγματα
The engineering firm was contracted to oversee the construction of the bridge.
Η μηχανική εταιρεία ανέλαβε την εποπτεία της κατασκευής της γέφυρας.
01

στερεός

relatively hard and resistant to being changed into a different shape by force
firm definition and meaning
Παραδείγματα
The tofu was firm and held its shape well when stir-fried.
Το tofu ήταν στερεό και κράτησε καλά το σχήμα του όταν το τσιγάρισαν.
02

σταθερός, γερός

not liable to fluctuate or especially to fall
firm definition and meaning
03

σταθερός

showing determination or strength of character
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
firmest
συγκριτικός βαθμός
firmer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the pressure, he remained a firm believer in his ideas.
Παρά την πίεση, παρέμεινε ένας σταθερός πιστός στις ιδέες του.
04

στερεός, γερός

strong and capable of resisting pressure or force
Παραδείγματα
The firm structure of the bridge allowed it to withstand the force of the rushing river.
Η στερεή δομή της γέφυρας της επέτρεψε να αντέξει τη δύναμη του ποταμού που κυλούσε.
05

σταθερός, αμετάβλητος

not open to change or adjustment
Παραδείγματα
The terms of the agreement are firm and can not be negotiated further.
Οι όροι της συμφωνίας είναι αμετάβλητοι και δεν μπορούν να διαπραγματευτούν περαιτέρω.
06

στερεός, γερός

securely established
07

στέρεος, σταθερός

(of especially a person's physical features) not shaking or trembling
08

στερεός, γερός

possessing the tone and resiliency of healthy tissue
09

σταθερός, ακλόνητος

unwavering in devotion to friend or vow or cause
10

στερεός, γερός

securely fixed in place
01

σταθερά, αποφασιστικά

in a steady, resolute, or unwavering way
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They stayed firm on their position throughout the debate.
Παραμείναν σταθεροί στη θέση τους καθ' όλη τη διάρκεια της συζήτησης.
to firm
01

τεντώνομαι, γίνομαι πιο τεντωμένος

become taut or tauter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
firm
γ΄ ενικό πρόσωπο
firms
ενεστώτα μετοχή
firming
απλός αόριστος
firmed
παθητική μετοχή
firmed
02

τεντώνω, στυλώνω

make taut or tauter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store