Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Firm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
firms
Παραδείγματα
The engineering firm was contracted to oversee the construction of the bridge.
Η μηχανική εταιρεία ανέλαβε την εποπτεία της κατασκευής της γέφυρας.
firm
01
στερεός
relatively hard and resistant to being changed into a different shape by force
Παραδείγματα
The tofu was firm and held its shape well when stir-fried.
Το tofu ήταν στερεό και κράτησε καλά το σχήμα του όταν το τσιγάρισαν.
02
σταθερός, γερός
not liable to fluctuate or especially to fall
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
firmest
συγκριτικός βαθμός
firmer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the pressure, he remained a firm believer in his ideas.
Παρά την πίεση, παρέμεινε ένας σταθερός πιστός στις ιδέες του.
04
στερεός, γερός
strong and capable of resisting pressure or force
Παραδείγματα
The firm structure of the bridge allowed it to withstand the force of the rushing river.
Η στερεή δομή της γέφυρας της επέτρεψε να αντέξει τη δύναμη του ποταμού που κυλούσε.
05
σταθερός, αμετάβλητος
not open to change or adjustment
Παραδείγματα
The terms of the agreement are firm and can not be negotiated further.
Οι όροι της συμφωνίας είναι αμετάβλητοι και δεν μπορούν να διαπραγματευτούν περαιτέρω.
06
στερεός, γερός
securely established
07
στέρεος, σταθερός
(of especially a person's physical features) not shaking or trembling
08
στερεός, γερός
possessing the tone and resiliency of healthy tissue
09
σταθερός, ακλόνητος
unwavering in devotion to friend or vow or cause
10
στερεός, γερός
securely fixed in place
to firm
01
τεντώνομαι, γίνομαι πιο τεντωμένος
become taut or tauter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
firm
γ΄ ενικό πρόσωπο
firms
ενεστώτα μετοχή
firming
απλός αόριστος
firmed
παθητική μετοχή
firmed
02
τεντώνω, στυλώνω
make taut or tauter



























