Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Firm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
firms
Παραδείγματα
The law firm specializes in corporate litigation and intellectual property law.
Το δικηγορικό γραφείο ειδικεύεται σε εταιρικές διαφορές και νόμο πνευματικής ιδιοκτησίας.
firm
01
στερεός
relatively hard and resistant to being changed into a different shape by force
Παραδείγματα
The mattress was firm, providing excellent support for his back.
Το στρώμα ήταν σκληρό, παρέχοντας εξαιρετική στήριξη για την πλάτη του.
02
σταθερός, γερός
not liable to fluctuate or especially to fall
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
firmest
συγκριτικός βαθμός
firmer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He remained firm in his decision to move abroad, despite the objections of his friends.
Παρέμεινε σταθερός στην απόφασή του να μετακομίσει στο εξωτερικό, παρά τις αντιρρήσεις των φίλων του.
04
στερεός, γερός
strong and capable of resisting pressure or force
Παραδείγματα
She held onto the railing with a firm grip as she descended the stairs.
Κρατήθηκε στο κιγκλίδωμα με μια στερή λαβή καθώς κατέβαινε τις σκάλες.
05
σταθερός, αμετάβλητος
not open to change or adjustment
Παραδείγματα
The deadline for the project is firm, and no extensions will be granted.
Η προθεσμία του έργου είναι αμετάβλητη και δεν θα χορηγηθούν παράτασεις.
06
στερεός, γερός
securely established
07
στέρεος, σταθερός
(of especially a person's physical features) not shaking or trembling
08
στερεός, γερός
possessing the tone and resiliency of healthy tissue
09
σταθερός, ακλόνητος
unwavering in devotion to friend or vow or cause
10
στερεός, γερός
securely fixed in place
to firm
01
τεντώνομαι, γίνομαι πιο τεντωμένος
become taut or tauter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
firm
γ΄ ενικό πρόσωπο
firms
ενεστώτα μετοχή
firming
απλός αόριστος
firmed
παθητική μετοχή
firmed
02
τεντώνω, στυλώνω
make taut or tauter



























