firm
firm
fɜ:m
fēm
formfarm

Ορισμός και σημασία του "firm"στα αγγλικά

01

εταιρεία, γραφείο

a business or company, particularly one owned by two or more partners 
firm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
firms
Παραδείγματα
The law firm specializes in corporate litigation and intellectual property law. 

Το δικηγορικό γραφείο ειδικεύεται σε εταιρικές διαφορές και νόμο πνευματικής ιδιοκτησίας.

01

στερεός

relatively hard and resistant to being changed into a different shape by force 
firm definition and meaning
Παραδείγματα
The mattress was firm, providing excellent support for his back. 

Το στρώμα ήταν σκληρό, παρέχοντας εξαιρετική στήριξη για την πλάτη του.

02

σταθερός, γερός

not liable to fluctuate or especially to fall 
firm definition and meaning
03

σταθερός

showing determination or strength of character 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
firmest
συγκριτικός βαθμός
firmer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He remained firm in his decision to move abroad, despite the objections of his friends. 

Παρέμεινε σταθερός στην απόφασή του να μετακομίσει στο εξωτερικό, παρά τις αντιρρήσεις των φίλων του.

04

στερεός, γερός

strong and capable of resisting pressure or force 
Παραδείγματα
She held onto the railing with a firm grip as she descended the stairs. 

Κρατήθηκε στο κιγκλίδωμα με μια στερή λαβή καθώς κατέβαινε τις σκάλες.

05

σταθερός, αμετάβλητος

not open to change or adjustment 
Παραδείγματα
The deadline for the project is firm, and no extensions will be granted. 

Η προθεσμία του έργου είναι αμετάβλητη και δεν θα χορηγηθούν παράτασεις.

06

στερεός, γερός

securely established 
07

στέρεος, σταθερός

(of especially a person's physical features) not shaking or trembling 
08

στερεός, γερός

possessing the tone and resiliency of healthy tissue 
09

σταθερός, ακλόνητος

unwavering in devotion to friend or vow or cause 
10

στερεός, γερός

securely fixed in place 
01

σταθερά, αποφασιστικά

in a steady, resolute, or unwavering way 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She stood firm in her decision, despite mounting pressure. 

Παραμένει σταθερή στην απόφασή της, παρά την αυξανόμενη πίεση.

to firm
01

τεντώνομαι, γίνομαι πιο τεντωμένος

become taut or tauter 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
firm
γ΄ ενικό πρόσωπο
firms
ενεστώτα μετοχή
firming
απλός αόριστος
firmed
παθητική μετοχή
firmed
02

τεντώνω, στυλώνω

make taut or tauter 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store