fireplace
fire
ˈfaɪə
faie
place
pleɪs
pleis

Ορισμός και σημασία του "fireplace"στα αγγλικά

01

τζάκι, εστία

a space or place in a wall for building a fire in 
fireplace definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fireplaces
Παραδείγματα
The crackling fire in the fireplace warmed the cozy living room, casting a flickering glow across the furniture. 

Η τρίζουσα φωτιά στο τζάκι ζέσταινε το ζεστό σαλόνι, ρίχνοντας μια τρεμοπαίζουσα λάμψη στα έπιπλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fireplace

fire

+

place

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store