fireplug
fire
ˈfaɪə
faie
plug
plʌg
plag

Ορισμός και σημασία του "fireplug"στα αγγλικά

01

πυροσβεστική βρύση, υδραντλητήρας

an upright hydrant for drawing water to use in fighting a fire 
fireplug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fireplugs

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fireplug

fire

+

plug

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store