to filch
filch
fɪlʧ
filch
filthfinchfelch

Ορισμός και σημασία του "filch"στα αγγλικά

to filch
01

κλέβω, αρπάζω

to casually steal something unimportant or of small value 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
filch
γ΄ ενικό πρόσωπο
filches
ενεστώτα μετοχή
filching
απλός αόριστος
filched
παθητική μετοχή
filched
Παραδείγματα
He tried to filch a coin from the table when no one was looking. 

Προσπάθησε να κλέψει ένα νόμισμα από το τραπέζι όταν κανείς δεν κοίταζε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store