Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to filch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
filch
γ΄ ενικό πρόσωπο
filches
ενεστώτα μετοχή
filching
απλός αόριστος
filched
παθητική μετοχή
filched
Παραδείγματα
He tried to filch a coin from the table when no one was looking.
Προσπάθησε να κλέψει ένα νόμισμα από το τραπέζι όταν κανείς δεν κοίταζε.



























