filch
filch
fɪlʧ
φιλτσ
/fˈɪlt‍ʃ/

Ορισμός και σημασία του "filch"στα αγγλικά

to filch
01

κλέβω, αρπάζω

to casually steal something unimportant or of small value
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
filch
γ΄ ενικό πρόσωπο
filches
ενεστώτα μετοχή
filching
απλός αόριστος
filched
παθητική μετοχή
filched
Παραδείγματα
It ’s easy to filch small items when you're not paying attention.
Είναι εύκολο να κλέψεις μικρά αντικείμενα όταν δεν προσέχεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store