figment
fig
ˈfɪg
fig
ment
mənt
mēnt
fitment

Ορισμός και σημασία του "figment"στα αγγλικά

01

πλάσμα, επινόηση

something invented or imagined, often without any basis in reality 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
figments
Παραδείγματα
The monster in the story was merely a figment of the author's imagination. 

Το τέρας στην ιστορία ήταν απλώς ένα προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store