fiddler
fidd
ˈfɪd
fid
ler

Ορισμός και σημασία του "fiddler"στα αγγλικά

01

βιολιστής, παίκτης βιολιού

a person who plays the violin, especially in folk music 
fiddler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fiddlers
02

ερασιτέχνης, αρχάριος

an unskilled person who tries to fix or mend 
03

ψαχουλευτής, νευρικός χειριστής

someone who manipulates in a nervous or unconscious manner 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store