Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fidget
01
νευριάζω, κουνιέμαι αμήχανα
to make small, restless movements or gestures due to nervousness or impatience
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fidget
γ΄ ενικό πρόσωπο
fidgets
ενεστώτα μετοχή
fidgeting
απλός αόριστος
fidgeted
παθητική μετοχή
fidgeted
Παραδείγματα
The child couldn't sit still and kept fidgeting in his chair during the long car ride.
Το παιδί δεν μπορούσε να καθίσει ακίνητο και συνέχιζε να νευριάζει στην καρέκλα του κατά τη διάρκεια της μεγάλης αυτοκινητοβόλτας.
Fidget
01
νευρική κίνηση, ανήσυχη κίνηση
a small, restless movement or series of movements expressing nervousness, impatience, or agitation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fidgets
Παραδείγματα
The child's fidget made it hard for him to sit still during class.
Η ανησυχία του παιδιού του δυσκόλευε να κάθεται ακίνητος κατά τη διάρκεια του μαθήματος.



























