Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fictionalize
01
μυθιστοριοποιώ, φαντασιοπλατώ
convert into the form or the style of a novel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fictionalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
fictionalizes
ενεστώτα μετοχή
fictionalizing
απλός αόριστος
fictionalized
παθητική μετοχή
fictionalized
02
μυθιστορηματοποιώ, φαντασιοπλαστώ
to turn real events or situations into a tale or story, often by changing or adding to the details
Παραδείγματα
Authors often fictionalize distant memories to explore deeper emotional truths in their writing.
Οι συγγραφείς συχνά μυθοποιούν μακρινές αναμνήσεις για να εξερευνήσουν βαθύτερες συναισθηματικές αλήθειες στο γράψιμό τους.
Λεξικό Δέντρο
fictionalize
fictional
fiction
fict



























