Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fibula
01
περόνη, φίβουλα
(anatomy) the outer and narrower of the two bones between the ankle and the knee
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fibulae



























