Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fervidly
01
με πάθος, ενθουσιωδώς
in a deeply passionate, intensely enthusiastic, or emotionally heated manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She argued fervidly for the protection of endangered species.
Υποστήριξε με πάθος την προστασία των απειλούμενων ειδών.
Λεξικό Δέντρο
fervidly
fervid
fervency
ferv



























