Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fester
01
πύωση, απόστημα
a sore or wound that has become infected and is producing pus, often characterized by inflammation and discomfort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
festers
Παραδείγματα
The untreated scrape turned into a painful fester on his leg.
Το αθεράπευτο γδάρσιμο μετατράπηκε σε ένα επώδυμο πύον στο πόδι του.
to fester
01
πυώνομαι, δημιουργώ πύον
ripen and generate pus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fester
γ΄ ενικό πρόσωπο
festers
ενεστώτα μετοχή
festering
απλός αόριστος
festered
παθητική μετοχή
festered



























