Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feint
01
κάνω πλαστή κίνηση, παραπλανώ με ψεύτικη κίνηση
to make a pretended move intended to mislead an opponent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
feint
γ΄ ενικό πρόσωπο
feints
ενεστώτα μετοχή
feinting
απλός αόριστος
feinted
παθητική μετοχή
feinted
Παραδείγματα
The soldier feinted a maneuver to distract the enemy.
Ο στρατιώτης προσποιήθηκε μια ελιγμό για να αποσπάσει την προσοχή του εχθρού.
Feint
01
προσομοίωση, απατηλή κίνηση
a deceptive or pretended movement, often in sports or combat, intended to mislead or distract an opponent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feints
Παραδείγματα
His feint was so convincing that the opponent completely misjudged his next move.
Η προσομοίωση του ήταν τόσο πειστική που ο αντίπαλος εκτίμησε εντελώς λάθος την επόμενη κίνησή του.



























