to feint
feint
feɪnt
feint
flintfaintfeist

Ορισμός και σημασία του "feint"στα αγγλικά

to feint
01

κάνω πλαστή κίνηση, παραπλανώ με ψεύτικη κίνηση

to make a pretended move intended to mislead an opponent 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
feint
γ΄ ενικό πρόσωπο
feints
ενεστώτα μετοχή
feinting
απλός αόριστος
feinted
παθητική μετοχή
feinted
Παραδείγματα
The boxer feinted to the left before landing a right hook. 

Ο πυγμάχος προσποιήθηκε κίνηση προς τα αριστερά πριν χτυπήσει με δεξιό γκάνια.

01

προσομοίωση, απατηλή κίνηση

a deceptive or pretended movement, often in sports or combat, intended to mislead or distract an opponent 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feints
Παραδείγματα
The soccer player used a feint to trick the defender and score a goal. 

Ο ποδοσφαιριστής χρησιμοποίησε μια προσομοίωση για να εξαπατήσει τον αμυντικό και να σκοράρει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store