feasibly
fea
ˈfi:
fi
sib
zəb
zēb
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "feasibly"στα αγγλικά

01

εφικτά, με πρακτικό τρόπο

in a practical and realistic manner 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The project can feasibly be completed within the given timeframe. 

Το έργο μπορεί ρεαλιστικά να ολοκληρωθεί εντός του δεδομένου χρονικού πλαισίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store