faux
faux
fəʊ
few
vauxtalksunboxfawkes

Ορισμός και σημασία του "faux"στα αγγλικά

01

ψεύτικο

designed to appear as something genuine but made from artificial or substitute materials 
faux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most faux
συγκριτικός βαθμός
more faux
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a faux diamond ring that caught everyone's attention. 

Φορούσε ένα δαχτυλίδι με ψεύτικο διαμάντι που τράβηξε την προσοχή όλων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store