fascinating
fasc
ˈfæs
fās
i
ɪ
i
na
neɪ
nei
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "fascinating"στα αγγλικά

fascinating
01

συναρπαστικός, γοητευτικός

extremely interesting or captivating 
fascinating definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fascinating
συγκριτικός βαθμός
more fascinating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The history of ancient civilizations is endlessly fascinating to archaeologists. 

Η ιστορία των αρχαίων πολιτισμών είναι ατελείωτα γοητευτική για τους αρχαιολόγους.

02

συναρπαστικός, γοητευτικός

capturing interest as if by a spell 
fascinating definition and meaning

Λεξικό Δέντρο

fascinatingly
fascinating
fascinate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store