far-famed
Pronunciation
/fˈɑːɹfˈeɪmd/

Ορισμός και σημασία του "far-famed"στα αγγλικά

01

διάσημος, πασίγνωστος

widely known or renowned, especially over a large area or beyond a particular region
far-famed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most far-famed
συγκριτικός βαθμός
more far-famed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The far-famed novel has been translated into multiple languages.
Το διασημο μυθιστόρημα έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store