famed
Pronunciation
/ˈfeɪmd/

Ορισμός και σημασία του "famed"στα αγγλικά

01

διάσημος, γνωστός

widely recognized and known
famed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most famed
συγκριτικός βαθμός
more famed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The city is famed for its vibrant nightlife and cultural attractions.
Η πόλη είναι διάσημη για τη ζωντανή νυχτερινή ζωή και τα πολιτιστικά αξιοθέατα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store