famed
famed
feɪmd
feimd
facedfadedfatedfumed

Ορισμός και σημασία του "famed"στα αγγλικά

01

διάσημος, γνωστός

widely recognized and known 
famed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most famed
συγκριτικός βαθμός
more famed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The famed actress received an Oscar for her performance in the film. 

Η διακεκριμένη ηθοποιός έλαβε Όσκαρ για την ερμηνεία της στην ταινία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store