factuality
fac
fæk
fāk
tua
ˈtju:æ
tyooā
li
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "factuality"στα αγγλικά

01

γεγονός, αλήθεια

the quality or state of being factual or true 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The factuality of the news report was confirmed by multiple sources. 

Η αληθοφάνεια της ειδησεογραφικής αναφοράς επιβεβαιώθηκε από πολλές πηγές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

factuality
factual
fact
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store