Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exude
01
αποκρίνω, διαρρέω
to discharge a substance, especially in small amounts or droplets
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exude
γ΄ ενικό πρόσωπο
exudes
ενεστώτα μετοχή
exuding
απλός αόριστος
exuded
παθητική μετοχή
exuded
Παραδείγματα
Certain types of rocks exude oil when put under intense pressure.
Ορισμένοι τύποι βράχων εκκρίνουν πετρέλαιο όταν υποβάλλονται σε έντονη πίεση.
02
εκπέμπω, διαπνέω
to clearly show a feeling or quality through how one acts
Παραδείγματα
Even when he 's nervous, he exudes confidence on stage.
Ακόμα και όταν είναι νευρικός, εκπέμπει αυτοπεποίθηση στη σκηνή.
Λεξικό Δέντρο
exudate
exudation
exude



























