Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exude
01
αποκρίνω, διαρρέω
to discharge a substance, especially in small amounts or droplets
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exude
γ΄ ενικό πρόσωπο
exudes
ενεστώτα μετοχή
exuding
απλός αόριστος
exuded
παθητική μετοχή
exuded
Παραδείγματα
The cactus has the ability to exude moisture during the driest conditions, sustaining itself in the desert.
Ο κάκτος έχει την ικανότητα να εκκρίνει υγρασία υπό τις πιο ξηρές συνθήκες, διατηρώντας τον εαυτό του στην έρημο.
02
εκπέμπω, διαπνέω
to clearly show a feeling or quality through how one acts
Παραδείγματα
She always exudes happiness, making everyone around her feel upbeat.
Αυτή πάντα εκπέμπει ευτυχία, κάνοντας όλους γύρω της να αισθάνονται αισιόδοξοι.
Λεξικό Δέντρο
exudate
exudation
exude



























