extended
ex
ˈɪks
iks
ten
tɛn
ten
ded
dɪd
did
expanded

Ορισμός και σημασία του "extended"στα αγγλικά

01

παραταμένος, επεκταμένος

lasting longer than usual or anticipated 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most extended
συγκριτικός βαθμός
more extended
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The extended meeting addressed multiple agenda items, causing it to run well past the scheduled time. 

Η παρατεταμένη συνάντηση κάλυψε πολλά θέματα της ημερήσιας διάταξης, με αποτέλεσμα να διαρκέσει πολύ περισσότερο από τον προγραμματισμένο χρόνο.

02

επεκταμένος, πλατύς

made wider or broader in length and width 
Παραδείγματα
The family enjoyed their vacation in the extended cabin, which offered more living space and comfort. 

Η οικογένεια απολάμβανε τις διακοπές της στο επεκταμένο καμπιν, το οποίο προσέφερε περισσότερο χώρο διαβίωσης και άνεση.

03

επεκταμένος, παρατεταμένος

beyond the literal or primary sense 
04

επεκταμένος, διευρυμένος

covering a wide range or having a significant reach 
Παραδείγματα
The extended research project covered a broad spectrum of topics, from basic theories to advanced applications. 

Το εκτεταμένο ερευνητικό έργο κάλυψε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από βασικές θεωρίες έως προηγμένες εφαρμογές.

05

παραταμένος, επεκταμένος

making something longer in time 
Παραδείγματα
The meeting was extended to allow for further discussion on the important topic. 

Η συνάντηση παρατάθηκε για να επιτρέψει περαιτέρω συζήτηση για το σημαντικό θέμα.

Λεξικό Δέντρο

overextended
unextended
extended
extend
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store