Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extended
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most extended
συγκριτικός βαθμός
more extended
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The extended meeting addressed multiple agenda items, causing it to run well past the scheduled time.
Η παρατεταμένη συνάντηση κάλυψε πολλά θέματα της ημερήσιας διάταξης, με αποτέλεσμα να διαρκέσει πολύ περισσότερο από τον προγραμματισμένο χρόνο.
Παραδείγματα
The family enjoyed their vacation in the extended cabin, which offered more living space and comfort.
Η οικογένεια απολάμβανε τις διακοπές της στο επεκταμένο καμπιν, το οποίο προσέφερε περισσότερο χώρο διαβίωσης και άνεση.
03
επεκταμένος, παρατεταμένος
beyond the literal or primary sense
Παραδείγματα
The extended research project covered a broad spectrum of topics, from basic theories to advanced applications.
Το εκτεταμένο ερευνητικό έργο κάλυψε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από βασικές θεωρίες έως προηγμένες εφαρμογές.
05
παραταμένος, επεκταμένος
making something longer in time
Παραδείγματα
The meeting was extended to allow for further discussion on the important topic.
Η συνάντηση παρατάθηκε για να επιτρέψει περαιτέρω συζήτηση για το σημαντικό θέμα.
Λεξικό Δέντρο
overextended
unextended
extended
extend



























