expiry
ex
ˈɪks
iks
pi
paɪə
paie
ry
ri
ri
blightyenquiryretireeinquiry

Ορισμός και σημασία του "expiry"στα αγγλικά

01

θάνατος, παύση ζωής

the act of dying or passing away 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The doctor noted the expiry of the patient in the medical records. 

Ο γιατρός κατέγραψε τον θάνατο του ασθενούς στα ιατρικά αρχεία.

02

λήξη, τέλος περιόδου ισχύος

the end of a period of time during which a document or agreement is valid 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store