expiry
Pronunciation
/ˌɛkˈspaɪɹi/

Ορισμός και σημασία του "expiry"στα αγγλικά

01

θάνατος, παύση ζωής

the act of dying or passing away
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She reflected on the inevitability of expiry as she grew older.
Σκέφτηκε την αναπόφευκτη λήξη καθώς γερνούσε.
02

λήξη, τέλος περιόδου ισχύος

the end of a period of time during which a document or agreement is valid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store