Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Expiry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The doctor noted the expiry of the patient in the medical records.
Ο γιατρός κατέγραψε τον θάνατο του ασθενούς στα ιατρικά αρχεία.
02
λήξη, τέλος περιόδου ισχύος
the end of a period of time during which a document or agreement is valid
LanGeek



























