loss
loss
lɔs
λοσ
/lˈɒs/

Ορισμός και σημασία του "loss"στα αγγλικά

01

απώλεια, χαμός

the act or process of no longer having someone or something
loss definition and meaning
Παραδείγματα
Loss of confidence affected her performance.
Η απώλεια εμπιστοσύνης επηρέασε την απόδοσή της.
02

απώλεια, έλλειμμα

money that is lost by a company, organization, or individual
loss definition and meaning
Παραδείγματα
Insurance helped cover some of the loss caused by the natural disaster.
Η ασφάλεια βοήθησε να καλυφθεί μέρος της ζημίας που προκλήθηκε από τη φυσική καταστροφή.
03

μείωση, πτώση

a gradual decrease or decline in quantity, strength, or activity
Παραδείγματα
They noted a loss of forest area due to deforestation.
Σημείωσαν μια απώλεια δασικής έκτασης λόγω αποψίλωσης.
04

απώλειες, ζημιές

military personnel who are killed or captured
Παραδείγματα
The report detailed personnel losses by unit.
Η αναφορά περιέγραφε λεπτομερώς τις απώλειες προσωπικού ανά μονάδα.
05

απώλεια, θάνατος

the death of an individual
Formal
Παραδείγματα
The loss of her mentor deeply impacted her career path.
Η απώλεια του μέντορά της επηρέασε βαθιά την πορεία της καριέρας της.
06

ήττα, απώλεια

defeat in a contest, race, or game
Παραδείγματα
The club analyzed the loss to improve performance.
Ο σύλλογος ανέλυσε την ήττα για να βελτιώσει την απόδοση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store