loss
loss
lɒs
los
loess

Ορισμός και σημασία του "loss"στα αγγλικά

01

απώλεια, χαμός

the act or process of no longer having someone or something 
loss definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
losses
Παραδείγματα
The loss of her keys caused her to be late. 

Η απώλεια των κλειδιών της την έκανε να αργήσει.

02

απώλεια, έλλειμμα

money that is lost by a company, organization, or individual 
loss definition and meaning
Παραδείγματα
The business reported a significant loss for the quarter due to declining sales. 

Η επιχείρηση ανέφερε σημαντική ζημία για το τρίμηνο λόγω πτώσης των πωλήσεων.

03

μείωση, πτώση

a gradual decrease or decline in quantity, strength, or activity 
Παραδείγματα
The city experienced a loss in population over the decade. 

Η πόλη γνώρισε απώλεια πληθυσμού κατά τη διάρκεια της δεκαετίας.

04

απώλειες, ζημιές

military personnel who are killed or captured 
Παραδείγματα
The battalion suffered heavy losses during the battle. 

Το τάγμα υπέστη βαριές απώλειες κατά τη διάρκεια της μάχης.

05

απώλεια, θάνατος

the death of an individual 
επίσημο
Παραδείγματα
Coping with the loss of a close friend can be a challenging journey, filled with a mix of emotions and memories. 

Η αντιμετώπιση της απώλειας ενός στενού φίλου μπορεί να είναι μια δύσκολη διαδρομή, γεμάτη με ένα μείγμα συναισθημάτων και αναμνήσεων.

06

ήττα, απώλεια

defeat in a contest, race, or game 
Παραδείγματα
The team suffered a loss in the finals. 

Η ομάδα υπέστη ήττα στον τελικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store