expertise
ex
ˌɛks
εκσ
per
pɜr
περρ
tise
ˈtiz
τιζ
/ˌɛkspətˈiːz/

Ορισμός και σημασία του "expertise"στα αγγλικά

01

εμπειρογνωμοσύνη, δεξιοτεχνία

high level of skill, knowledge, or proficiency in a particular field or subject matter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The lawyer 's expertise in contract law ensured that the legal agreements were thorough and enforceable.
Η εξειδίκευση του δικηγόρου στο δίκαιο των συμβάσεων εξασφάλισε ότι οι νομικές συμφωνίες ήταν ολοκληρωμένες και εκτελέσιμες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store