Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Expertise
01
εμπειρογνωμοσύνη, δεξιοτεχνία
high level of skill, knowledge, or proficiency in a particular field or subject matter
Παραδείγματα
The lawyer 's expertise in contract law ensured that the legal agreements were thorough and enforceable.
Η εξειδίκευση του δικηγόρου στο δίκαιο των συμβάσεων εξασφάλισε ότι οι νομικές συμφωνίες ήταν ολοκληρωμένες και εκτελέσιμες.



























