Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expand
01
επεκτείνω, διευρύνω
to become something greater in quantity, importance, or size
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expand
γ΄ ενικό πρόσωπο
expands
ενεστώτα μετοχή
expanding
απλός αόριστος
expanded
παθητική μετοχή
expanded
Παραδείγματα
The company's operations expanded rapidly, opening new branches in multiple cities.
Οι εργασίες της εταιρείας επεκτάθηκαν γρήγορα, ανοίγοντας νέα υποκαταστήματα σε πολλές πόλεις.
Παραδείγματα
The company regularly expands its product offerings to reach a broader market.
Η εταιρεία επεκτείνει τακτικά τις προσφορές προϊόντων της για να φτάσει σε ένα ευρύτερο αγοραστικό κοινό.
03
επεκτείνω, απλώνω
to spread out or stretch in various directions
Intransitive
Παραδείγματα
The foam mattress expanded to its full size after being removed from its packaging.
Το στρώμα αφρού επεκτάθηκε στο πλήρες μέγεθός του αφού αφαιρέθηκε από τη συσκευασία του.
04
αναπτύσσω, επεκτείνω
to provide additional details, elaborations, or explanations to an account or idea
Transitive: to expand on an account or idea
Παραδείγματα
The lecturer expanded on the key concepts introduced in the previous class, providing further examples and clarifications.
Ο διδάσκων εξέτεινε τις βασικές έννοιες που εισήχθησαν στο προηγούμενο μάθημα, παρέχοντας περαιτέρω παραδείγματα και διευκρινίσεις.
Λεξικό Δέντρο
expandable
expanded
expandible
expand



























