Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exorbitant
01
υπερβολικός, ασύμφορος
exceeding the reasonable or accepted boundaries
Παραδείγματα
His exorbitant demands during negotiations made it difficult to reach a fair agreement.
Οι υπερβολικές απαιτήσεις του κατά τις διαπραγματεύσεις έκαναν δύσκολη την επίτευξη μιας δίκαιης συμφωνίας.
1.1
υπερβολικός, ακριβός
(of prices) unreasonably or extremely high
Παραδείγματα
The exorbitant tuition fees at prestigious universities can deter some students from pursuing higher education.
Τα υπερβολικά δίδακτρα σε πανεπιστήμια υψηλής φήμης μπορεί να αποθαρρύνουν ορισμένους φοιτητές από το να συνεχίσουν την ανώτερη εκπαίδευση.
Λεξικό Δέντρο
exorbitantly
exorbitant
exorbit



























