exodus
Pronunciation
/ˈɛksədəs/

Ορισμός και σημασία του "exodus"στα αγγλικά

01

έξοδος, μαζική αναχώρηση

a mass departure of people, especially to escape danger, hardship, or oppression
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exoduses
Παραδείγματα
Political unrest caused an exodus of journalists and activists.
Η πολιτική αναταραχή προκάλεσε έξοδο δημοσιογράφων και ακτιβιστών.
02

Η Έξοδος, Η Έξοδος των Ισραηλιτών

The Israelites' escape from slavery in Egypt under Moses' leadership, and their covenant with God at Mount Sinai
Παραδείγματα
Themes of justice and deliverance run throughout Exodus.
Τα θέματα της δικαιοσύνης και της απελευθέρωσης διατρέχουν την Έξοδο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store