exhaustion
Pronunciation
/ɪɡˈzɔstʃən/

Ορισμός και σημασία του "exhaustion"στα αγγλικά

01

εξάντληση, ακραία κόπωση

a feeling of extreme tiredness
exhaustion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The constant stress led to his physical and mental exhaustion.
Το συνεχές άγχος οδήγησε στη σωματική και ψυχική του εξάντληση.
02

εξάντληση, κούραση

the act of exhausting something entirely
03

εξάντληση, ακραία κόπωση

serious weakening and loss of energy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store