Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Exhaustion
01
εξάντληση, ακραία κόπωση
a feeling of extreme tiredness
Παραδείγματα
The constant stress led to his physical and mental exhaustion.
Το συνεχές άγχος οδήγησε στη σωματική και ψυχική του εξάντληση.
02
εξάντληση, κούραση
the act of exhausting something entirely
03
εξάντληση, ακραία κόπωση
serious weakening and loss of energy
Λεξικό Δέντρο
exhaustion
exhaust



























