excretion
exc
ˈɪksk
ικσκ
re
ri:
ρι
tion
ʃən
σαν
exception

Ορισμός και σημασία του "excretion"στα αγγλικά

01

απέκκριση, εκκένωση

the elimination process of solid or liquid bodily waste 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The process of excretion is essential for maintaining the body's overall health and balance. 

Η διαδικασία της απέκκρισης είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της γενικής υγείας και της ισορροπίας του σώματος.

02

απέκκριση, απόβλητο

the solid or liquid bodily waste 
Παραδείγματα
The veterinarian collected a sample of the animal’s excretion to test for parasites. 

Ο κτηνίατρος συγκέντρωσε ένα δείγμα των εκκρίσεων του ζώου για να ελέγξει για παράσιτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

excretion
excrete
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store